.άλιος

ἅ̱λιος , ἅλιος 1
of the sea
masc nom sg
ἅ̱λιος , ἅλιος 1
of the sea
masc/fem nom sg
ἅλιος , ἅλιος 2
fruitless
masc nom sg
ἅ̱λιος , ἥλιος
sun
masc nom sg (doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἅλιος — masc nom sg Ἅλις masc gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άλιος — (I) ἅλιος, ία, ον και ος, ον (Α) 1. αυτός που ανήκει στη θάλασσα, ο θαλάσσιος 2. ως προσδιορισμός θεών, νυμφών κ.λπ. τής θάλασσας (Νηρέας, Νηρηίδες). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἅλς. ΠΑΡ. ἁλιεύς, αρχ. άλιας. ΣΥΝΘ. αρχ. ἐνάλιος, εἰνάλιος νεοελλ. αλιόφως]. (II)… …   Dictionary of Greek

  • ἅλιος — ἅ̱λιος , ἅλιος 1 of the sea masc nom sg ἅ̱λιος , ἅλιος 1 of the sea masc/fem nom sg ἅλιος 2 fruitless masc nom sg ἅ̱λιος , ἥλιος sun masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλίω — Ἅλιος masc nom/voc/acc dual Ἅλιος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλίοιο — Ἅλιος masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλίοις — Ἅλιος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλίοισι — Ἅλιος masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλίοισιν — Ἅλιος masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλίου — Ἅλιος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλίους — Ἅλιος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.